Ηλικία της γυναίκας και γονιμότητα

Η γυναικεία γονιμότητα συνδέεται άρρηκτα με την ηλικία της γυναίκας: με την πάροδο των ετών, μειώνονται οι πιθανότητες σύλληψης και αυξάνονται οι επιπλοκές σε περίπτωση εγκυμοσύνης.

Είναι σημαντικό οι γυναίκες που θέλουν να τεκνοποιήσουν να ενημερώνονται σχετικά με την επίδραση της ηλικίας στην αναπαραγωγική διαδικασία. Για το σκοπό αυτό, πριν από μερικά χρόνια, η Επιτροπή Γυναικολογίας του Αμερικανικού Κολεγίου Μαιευτήρων και Γυναικολόγων και η Επιτροπή της Αμερικανικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής δημοσίευσαν μια επιστημονική γνωμοδότηση, που παρέχει πληροφορίες, δεδομένα και συστάσεις για τις γυναίκες που επιθυμούν να μείνουν έγκυοι.

Παρακάτω συνοψίζονται οι πιο σημαντικές πληροφορίες:

1) Η μείωση της γονιμότητας που συνδέεται με την ηλικία της γυναίκας οφείλεται στη μη αντιστρεπτή μείωση της ποσότητας και της ποιότητας των ωοκυττάρων στην ωοθήκη και στην αδυναμία παραγωγής νέων ωοκυττάρων. Παραδείγματος χάριν, τα ωοκύτταρα είναι 1-2 εκατομμύρια περίπου στη γέννηση και πέφτουν στα 300.000-400.000 κατά την εμμηνοαρχή. Μετά από τα 37 έτη, αυτή η μείωση φαίνεται ότι επιταχύνεται, φτάνοντας στην εμμηνόπαυση όπου το απόθεμα ωοθυλακίων είναι κάτω από 1000. Παράλληλα με τη μείωση του αριθμού ξεκινά βεβαίως και μια διαδικασία γήρανσης, καθώς η ποιότητα των ωοκυττάρων υποβαθμίζεται: μετά τα 30 έτη, αρχίζουν να μειώνονται οι πιθανότητες επιτυχούς εμφύτευσης και περαιτέρω ανάπτυξης ενός γονιμοποιημένου ωαρίου.

2) Τα 32 και τα 37 έτη είναι η ηλικία στην οποία εκδηλώνεται η μεγαλύτερη μείωση της γυναικείας γονιμότητας. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η μείωση της γονιμότητας ακολουθεί διαφορετική πορεία από γυναίκα σε γυναίκα. Η ίδια η ηλικία της εμμηνόπαυσης παρουσιάζει αποκλίσεις και μπορεί να συμβεί πολλά χρόνια πριν ή πολλά χρόνια μετά τη μέση ηλικία των 50 ετών. Σε τι μπορεί να οφείλεται αυτή η διακύμανση; Η πλέον προφανής αιτία είναι πιθανώς ο αριθμός των ωοκυττάρων σε κάθε γυναίκα, το λεγόμενο απόθεμα της ωοθήκης, που μπορεί να είναι διαφορετικό στην αρχή ή να μειωθεί λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα πριν ή μετά την εμμηνοαρχή. Μια άλλη εξήγηση είναι ότι, όπως ο αριθμός των ωοκυττάρων, διαφέρει και η ικανότητα ωρίμανσης τους και παραγωγής ενός ωοκυττάρου που μπορεί να γονιμοποιηθεί και να εμφυτευθεί. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, δεν γνωρίζουμε επακριβώς τους μηχανισμούς στους οποίους βασίζονται αυτές οι διαφορές στη γονιμότητα. Υπάρχει σίγουρα μια επίδραση του τρόπου ζωής και του περιβάλλοντος, π.χ. το κάπνισμα ή οι χημειοθεραπείες, καθώς και μια γενετική επίδραση: συνήθως, η πολύ πρόωρη εμμηνόπαυση είναι συχνή σε γυναίκες της ίδιας οικογένειας (μητέρα και κόρες ή αδελφές ή ξαδέλφες).

3) Η ηλικία της γυναίκας έχει αρνητική επίδραση στα αποτελέσματα τεχνικών Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Για παράδειγμα, σύμφωνα με μια γαλλική μελέτη σε δείγμα γυναικών που υπεβλήθησαν σε κύκλους τεχνητής σπερματέγχυσης, η ομάδα γυναικών κάτω των 31 ετών είχε ποσοστό κυήσεων 74%, η ομάδα γυναικών από 31 έως 35 ετών 62% και η ομάδα γυναικών άνω των 35 54%.

4) Με την αύξηση της ηλικίας αυξάνονται και οι κίνδυνοι για τη μητέρα και για το μωρό. Όσον αφορά τη μητέρα, λέμε, π.χ. ότι με την ηλικία αυξάνεται η παρουσία ινομυωμάτων, προβλημάτων στις σάλπιγγες, ενδομητρίωσης. Όσον αφορά το έμβρυο, μιλάμε για αύξηση των χρωμοσωμικών ανωμαλιών (τρισωμία) και των αυτόματων αποβολών, ακόμη και μετά την πρώτη επιβεβαίωση καρδιακών χτύπων.

5) Το στατιστικό ποσοστό αυτόματης αποβολής βάσει της ηλικίας είναι το εξής:
33-34 ετών = 11,4 %
35-37 ετών = 13,7 %
38-40 ετών = 19,8 %
41-42 ετών = 29, 9 %
> 42 ετών = 36,6 %

Με δεδομένες αυτές τις πληροφορίες, η σύσταση των γιατρών που συνέταξαν την επιστημονική γνωμοδότηση είναι η εξής: οι γυναίκες άνω των 35, οι οποίες επί 6 διαδοχικούς μήνες δεν καταφέρνουν να συλλάβουν, θα πρέπει να υποβάλλονται σε έγκαιρη διάγνωση και ιατρική θεραπεία. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά ακόμη και πριν από συγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν υπάρχει σήμερα δυνατότητα διάγνωσης της στειρότητας εκ των προτέρων. Έχει προταθεί ότι τα επίπεδα ορισμένων παραγόντων και ορμονών που είναι σημαντικές για την ωρίμανση του ωοκυττάρου, όπως η FSH, οι λακτενίνες B και η AMH, θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την παρουσία ή μη ενός επαρκούς αποθέματος της ωοθήκης: μέχρι στιγμής, όμως, οι εξετάσεις που πραγματοποιούνται δεν φαίνεται να δείχνουν έναν τρόπο που θα προέβλεπε με ασφάλεια την πιθανότητα μιας εγκυμοσύνης σε μια γυναίκα που έχει προβλήματα γονιμότητας. Μένει η ελπίδα να καταφέρουμε να εντοπίσουμε γενετικούς δείκτες που προγιγνώσκουν μια προδιάθεση στη στειρότητα και να εκτιμήσουμε τον κίνδυνο.

Βιβλιογραφία
- Γνωμοδότηση του Αμερικανικού Κολεγίου Μαιευτήρων και Γυναικολόγων και της Επιτροπής της Αμερικάνικης Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής που δημοσιεύτηκε στο έντυπο Fertility e Sterility, τεύχος. 90, αρ. 3, Σεπτέμβριος 2008. Σύνοψη και μετάφραση στον ιστότοπο του Μητρώου Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής του Ανώτατου Ινστιτούτου για την Υγεία.
- Ιστότοπος του Εθνικού Παρατηρητηρίου για την Υγεία της Γυναίκας (O.N.Da)

 

<< επιστροφή